ΥΠΟΓΟΝΙΜΟΤΗΤΑ

Με τον όρο υπογονιμότητα αναφερόμαστε την αδυναμία ενός ζευγαριού  για γονιμοποίηση μετά την πάροδο τουλάχιστον ενός έτους, κατά τη διάρκεια του οποίου υπήρχαν φυσιολογικές σεξουαλικές σχέσεις. Η υπογονιμότητα μπορεί να οφείλεται σε έναν ή περισσότερους παράγοντες από την πλευρά του άντρα ή της γυναίκας ή και των δύο μαζί. Υπολογίζεται ότι 85-90% των ζευγαριών επιτυγχάνουν εγκυμοσύνη εντός του πρώτου έτους συστηματικής προσπάθειας και 90-95% μέσα σε δύο χρόνια. Συνεπώς παγκοσμίως ένα ποσοστό 10-15% των ζευγαριών αναπαραγωγικής ηλικίας αντιμετωπίζουν κάποια μορφή υπογονιμότητας.

Πρωτοπαθής υπογονιμότητα ορίζεται η κατάσταση κατά την οποία υπάρχη αδυναμία σύλληψης για πρώτη φορά, όταν δηλαδή δεν έχει επιτευχθεί κύηση στο παρελθόν, ενώ ο όρος δευτεροπαθής υπογονιμότητα αφορά σε περιπτώσεις που το ζευγάρι έχει επιτύχει μία ή περισσότερες κυήσεις στο παρελθόν και δυσκολεύεται να επιτύχει για μία ακόμη φορά.

Υπάρχουν πολλά αίτια για την υπογονιμότητα. Το πιο συνηθισμένο είναι τα προβλήματα με το ανδρικό αναπαραγωγικό σύστημα (35%) και οι ανατομικές ανωμαλίες ή βλάβες που αφορούν τα γυναικεία αναπαραγωγικά όργανα (35%). Η ενδομητρίωση είναι βασική αιτία βλάβης των γυναικείων πυελικών οργάνων, ιδιαίτερα των ωοθηκών και των σαλπίγγων. Αν δεν εφαρμοστεί θεραπεία, η ενδομητρίωση αυξάνει τον κίνδυνο της υπογονιμότητας και μπορεί να μειώσει την επιτυχία της εξωσωματικής γονιμοποίησης. Οι ανωμαλίες στην ωορρηξία αφορούν το 15% των περιπτώσεων και άλλο ένα 10-15% της υπογονιμότητας είναι ανεξήγητη. Έχουν επίσης κατηγορηθεί άλλοι παράγοντες όπως οι αυτοάνοσες διαταραχές, οι γενετικές ανωμαλίες και οι ασυμπτωματικές λοιμώξεις του γεννητικού συστήματος.

Ο γυναικείος παράγοντας υπογονιμότητας μπορεί να περιλαμβάνει:
  • Ορμονικές διαταραχές (σύνδρομο πολυκυστικών ωοθηκών, πρόωρη εμμηνόπαυση, ακατάστατη ωορηξία) που επηρεάζουν τόσο τη φυσιολογική ωορηξία όσο και την ποιότητα των παραγόμενων ωαρίων.
  • Η απόφραξη των σαλπίγγων μετά συνήθως από φλεγμονές και λοιμώξεις
  • Η ενδομητρίωση
  • Παθήσεις της μήτρας (ινομυώματα, διθάλαμος μήτρα)
  • Το αφιλόξενο περιβάλλον του τραχήλου (μη φιλική-προς τα σπερματοζωάρια-τραχηλική βλέννη)
  • Καθυστέρηση απόκτησης παιδιού (αυξημένη ηλικία της γυναίκας)
  • Γενετικές-Χρωμοσωμικές ανωμαλίες
  • Ανοσολογικά αίτια (ύπαρξη διάφορων- ‘εχθρικών’ προς το έμβρυο- αντισωμάτων στον ορό της γυναίκας)
  • Αιτίες που σχετίζονται με τον τρόπο ζωής (άγχος, κάπνισμα, αλκοόλ)
Ο ανδρικός παράγοντας υπογονιμότητας αφορά σε διαταραχές των διαφόρων παραμέτρων του σπέρματος εξαιτίας φλεγμονών, γενετικών ανωμαλιών, τραυματισμών των γεννητικών οργάνων, απόφραξης των σπερματικών πόρων, ορμονολογικών διαταραχών, ανοσοποιητικών παραγόντων, υψηλών θερμοκρασιών και καθημερινών συνηθειών (κάπνισμα, αλκοόλ)

Η διερεύνηση της υπογονιμότητας περιλαμβάνει μία σειρά από εξετάσεις όπως ορμονικές, εξέταση σπέρματος (σπερμοδιάγραμμα), υστεροσαλπιγγογραφία, υστεροσκόπηση με λαπαροσκόπηση και δοκιμασία βατότητας με χρωστική.

Οι θεραπευτικές επιλογές περιλαμβάνουν την πρόκληση ωοθυλακιορρηξίας, χειρουργικές επεμβάσεις για την αποκατάσταση της βατότητας των σαλπίγγων, αποκατάσταση της φυσιολογικής ανατομίας των ενδοπυελικών οργάνων, θεραπεία της ενδομητρίωσης, τεχνητή γονιμοποίηση με σπερματοζωάρια του συντρόφου (IUI) ή δότη (IUD), εξωσωματική γονιμοποίηση (IVF) και παρόμοιες μεθόδους όπως η ενδοκυτταροπλασματική έγχυση σπέρματος (ICSI).

Η διαγνωστική προσέγγιση της υπογονιμότητας γίνεται πάντα στα πλαίσια του ζευγαριού ως πάσχουσας μονάδας. Πρέπει να δίνονται σωστές συμβουλές και να εξηγούνται όσο γίνεται περισσότερο κατανοητά τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα των διαθέσιμων θεραπευτικών δυνατοτήτων και να αναφέρονται τα ποσοστά επιτυχίας καθεμιάς από αυτές.

Πάντα με τη συγκατάθεση του ζευγαριού, συνεχίζεται η περαιτέρω διερεύνηση, με σκοπό την εφαρμογή της κατάλληλης μεθόδου αντιμετώπισης  και θεραπείας του προβλήματος.